ἀβελτερία

ἀβελτερία
ἀ-βελτερία, Torheit, Einfalt, Dummheit; die erheuchelte Einfalt des Brutus

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἀβελτερία — ἀβελτερίᾱ , ἀβελτερία silliness fem nom/voc/acc dual ἀβελτερίᾱ , ἀβελτερία silliness fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αβελτερία — ἀβελτερία, η (Α) [ἀβέλτερος] 1. νωθρότητα, οκνηρία τής σκέψης, μωρία, ηλιθιότητα 2. διαφθορά, πτώση …   Dictionary of Greek

  • ἀβελτερίᾳ — ἀβελτερίαι , ἀβελτερία silliness fem nom/voc pl ἀβελτερίᾱͅ , ἀβελτερία silliness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβελτερίας — ἀβελτερίᾱς , ἀβελτερία silliness fem acc pl ἀβελτερίᾱς , ἀβελτερία silliness fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβελτερίαι — ἀβελτερία silliness fem nom/voc pl ἀβελτερίᾱͅ , ἀβελτερία silliness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβελτερίαν — ἀβελτερίᾱν , ἀβελτερία silliness fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβελτερίαις — ἀβελτερία silliness fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αβελτηρία — ἀβελτηρία, η (Α) η αβελτερία*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀβελτερία. Το η αναλογικά κατά το πονηρία] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”